δόγμα


δόγμα
Όρος που χρησιμοποιήθηκε αρχικά στη νομική επιστήμη για να προσδιορίσει ένα διάταγμα ή έναν νόμο που θεσπιζόταν από τις επίσημες αρχές, χωρίς δυνατότητα συζήτησης ή αντίρρησης. Στις φιλοσοφικές σχολές δ. ονομάστηκαν οι θεμελιώδεις αρχές κάθε διδασκαλίας, που έπρεπε να γίνονται αποδεκτές ως σταθερές και αδιαφιλονίκητες. Στη χριστιανική ορολογία το δ. καθιέρωσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας, για να ονομάσουν είτε πρακτικές εντολές είτε θεωρητικούς τύπους αποκλειστικά ηθικής φύσης. Από τα μέσα του 4ου αι., ο Γρηγόριος Νύσσης χρησιμοποίησε τον όρο δ. ως ένδειξη μιας «αληθείας πίστεως» ή μιας γνώμης (αποφθέγματος) με καθολικό και αμετάβλητο χαρακτήρα. Η Εκκλησία χρησιμοποιεί σήμερα τη λέξη δ. με την έννοια της αλήθειας που έχει αποκαλύψει o Θεός, την οποία επιβάλλει στους πιστούς το αλάθητο της Εκκλησίας. Το δ., ως λόγος Θεού, είναι αμετάβλητο, αλλά ως αντικείμενο έρευνας της διάνοιας του ανθρώπου μπορεί να διατυπωθεί με τρόπο σαφέστερο και διεξοδικότερο, ύστερα από μια πιο εντατική προσπάθεια κατανόησής του. Μόνο η Οικουμενική Σύνοδος μπορεί να διατυπώσει ένα δ. και γι’ αυτό χρειάζεται απαραίτητα η ομόφωνη γνώμη των Πατέρων που τη συγκροτούν (consessus patrum). Τα δ. μπορεί να μην εκφράζουν ολόκληρη την αλήθεια για ένα θέμα, θεωρείται όμως αδύνατον να εκφράζουν εσφαλμένη αλήθεια. Γι’ αυτό απαραίτητο στοιχείο κάθε δ. είναι να αντλεί από την Παλαιά ή την Καινή Διαθήκη· δ. που δεν περιέχονται στις δύο αυτές πηγές της θείας αποκάλυψης αποκλείονται και απορρίπτονται. Το δ., ως αντικείμενο της πίστης, δεν είναι κατανοητό από τη λογική, τον Λόγο, γιατί κινείται σε μια σφαίρα γνώσεων οι οποίες την ξεπερνούν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η δογματική έννοια είναι αντίθετη στον λόγο και ότι δεν συμβιβάζεται με αυτόν· οι θεολόγοι διακηρύσσουν ότι είναι αδύνατον μία δογματική έννοια να είναι επιστημονικά εσφαλμένη, γι’ αυτό εξάλλου η θεολογία, της οποίας τμήμα είναι η δογματική, ανήκει στις επιστήμες. Από ιστορική πλευρά, τα δ. διατυπώθηκαν στη διάρκεια των αιώνων και, τα περισσότερα από αυτά, ύστερα από μακρές και οξύτατες συζητήσεις που προκάλεσαν αποσχίσεις στους κόλπους του χριστιανισμού. Η διαμόρφωση των πρώτων δ., που αποτέλεσαν τη βάση του συνόλου της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας, άρχισε τον 4ο και ολοκληρώθηκε τον 8o αι. Η εποχή αυτή ονομάζεται από τους ιστορικούς πρώτη περίοδος της ιστορίας των δ. και αποτελεί θεμελιωτική περίοδο των δ., γιατί τότε διατυπώθηκαν τα σπουδαιότερα, πολλά από τα οποία περιλαμβάνονται στο Σύμβολο της Πίστης. Τα δ. της περιόδου αυτής αναφέρονται στην ενότητα και τριαδικότητα του Θεού, στη δημιουργία του κόσμου, στο προπατορικό αμάρτημα, στην ενσάρκωση του δεύτερου προσώπου της Αγίας Τριάδας και στο λυτρωτικό έργο του Χριστού, στην ίδρυση και φύση της Εκκλησίας, στην ανάσταση των νεκρών κλπ. Στη δεύτερη περίοδο (από το 787 έως τη μεταρρύθμιση του 16ου αι.), παρότι δεν διατυπώθηκαν νέα δ., συστηματοποιήθηκε η δογματική διδασκαλία της πρώτης περιόδου. Στην τρίτη περίοδο (από τη μεταρρύθμιση έως σήμερα) η Ορθόδοξη Εκκλησία, με τοπικές συνόδους, εκκλησιαστικές πράξεις και ομολογίες, καθόρισε τη θέση της απέναντι στην Καθολική Εκκλησία και στους προτεστάντες· η Καθολική Εκκλησία δημιούργησε νέα δ., όπως η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος από τον Υιό, το αλάθητο του πάπα και το πρωτείο του, η άμωμος σύλληψη της Θεοτόκου και η ενσώματη μετάστασή της στον ουρανό, το καθαρτήριο πυρ, οι αξιομισθίες των αγίων, τα σχετικά με τη Θεία Ευχαριστία κ.ά., ενώ οι προτεστάντες διατήρησαν βασικά τα τριαδικά δ. και διέγραψαν ή τροποποίησαν τα περισσότερα από τα άλλα.
* * *
το (AM δόγμα) [δοκώ]
1. γνώμη, φρόνημα
2. θεμελιώδης αρχή φιλοσοφικού ή θρησκευτικού συστήματος
3. θρησκευτική πίστη, ό,τι πιστεύουν οι οπαδοί μιας θρησκείας ως αληθινό και αναμφισβήτητο
νεοελλ.
1. θεμελιώδης αρχή πολιτικού κόμματος ή παρατάξεως
2. διακήρυξη πολιτικού ηγέτη ή κυβερνήσεως που ρυθμίζει ευρύτατο κύκλο πολιτικών, οικονομικών, στρατιωτικών επιλογών («το δόγμα Τρούμαν», «το δόγμα Μπρέζνιεφ»)
3. απόφαση τής εκκλησίας σε θέματα πίστεως η οποία γίνεται γενικά παραδεκτή
αρχ.-μσν.
1. νομοθετική απόφαση τής συγκλήτου
2. οι εντολές τού ιουδαϊκού νόμου
3. αποφάσεις ιεράς συνόδου
4. εντολή, διαταγή
μσν.
ζήτημα θρησκευτικό, δογματικό
αρχ.
1. απόφαση, κρίση
2. έννοια.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δόγμα — το догмат – богооткровенная истина, содержащая учение о Боге и Его домостроительстве, подтвержденная постановлениями Вселенских Соборов, относящаяся к области веры, незыблемый закон православной веры; τριαδικό δόγμα догмат о Святой Троице… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • δόγμα — that which seems to one neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δόγμα — το 1. θεμελιώδης αρχή, δοξασία: Θρησκευτικά δόγματα. 2. απόφαση της Εκκλησίας που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση: Το δόγμα της τριπλής υπόστασης του Θεού. 3. το σύνολο των θρησκευτικών δοξασιών που γίνεται αποδεκτό από μια ομάδα ανθρώπων καθώς και οι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δόγμα — [догма] ουσ. о. теория, догма …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Αδριάνειο δόγμα — (Missio Hadriana).Διάταξη στο ρωμαϊκό δίκαιο. Σύμφωνα με αυτή ο κληρονόμος μπορούσε να ζητήσει την προσωρινή νομή της κληρονομιάς, παρουσιάζοντας μια εξωτερικά ανεπίληπτη διαθήκη που τον καθιστούσε κληρονόμο. Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα (άρ.… …   Dictionary of Greek

  • Τερτυλλιάνειο δόγμα — Το πρώτο έργο νομοθετικής εξουσίας στα χρόνια του Αδριανού. Με το Τ.δ. δόθηκε στη μητέρα το δικαίωμα να έχει μερίδιο στην κληρονομιά της περιουσίας των παιδιών της. Το Τ.δ. (Actum Tertullianum) αποτελεί σταθμό στην ευρωπαϊκή νομοθεσία …   Dictionary of Greek

  • δόγμ' — δόγμα , δόγμα that which seems to one neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάγμα — δόγμα, το (Α) δήγμα, δάγκωμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) δακ τού δακείν (απαρμφ. αορ. τού δάκνω)] …   Dictionary of Greek

  • δογμάτοιν — δόγμα that which seems to one neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δογμάτων — δόγμα that which seems to one neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.